μυωπίζω

μυωπίζω
μυωπίζω (ΑΜ) [μύωψ (II)]
1. (για ζώο) κεντώ με το σπιρούνι («μυωπίζειν τε καὶ μαστιγοῡν τὸν ἵππον», Ξεν.)
2. μτφ. παρακινώ, ερεθίζω, υποκινώ κάποιον έντονα
αρχ.
(το παθ.) μυωπίζομαι
(για το άλογο και το βόδι) ενοχλούμαι, ερεθίζομαι από τον οίστρο, οιστρηλατούμαι, κεντρίζομαι.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • μυωπίζω — spur pres subj act 1st sg μυωπίζω spur pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μυωπίζῃ — μυωπίζω spur pres subj mp 2nd sg μυωπίζω spur pres ind mp 2nd sg μυωπίζω spur pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μυωπιζομένων — μυωπίζω spur pres part mp fem gen pl μυωπίζω spur pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μυωπίζει — μυωπίζω spur pres ind mp 2nd sg μυωπίζω spur pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μυωπίσαι — μυωπίζω spur aor inf act μυωπίσαῑ , μυωπίζω spur aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μυωπίσαντα — μυωπίζω spur aor part act neut nom/voc/acc pl μυωπίζω spur aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μυωπιζομένη — μυωπίζω spur pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μυωπιζόμενοι — μυωπίζω spur pres part mp masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μυωπιζόμενος — μυωπίζω spur pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μυωπισθεῖσα — μυωπίζω spur aor part pass fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”